ισοβαρής

ισοβαρής
ης, ες
1) имеющий равный вес, равного веса; 2) с равным барометрическим давлением;

ισοβαρείς καμπύλαι — изобары


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ισοβαρής" в других словарях:

  • ἰσοβαρής — of equal weight masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισοβαρής — ές (Α ἰσοβαρής, ές) αυτός που έχει το ίδιο βάρος με άλλον νεοελλ. 1. αυτός που έχει την ίδια βαρομετρική πίεση με άλλον 2. φρ. «ισοβαρείς καμπύλες» οι καμπύλες γραμμές πάνω σε μετεωρολογικούς χάρτες, οι οποίες ενώνουν τους τόπους που έχουν την… …   Dictionary of Greek

  • ισοβαρής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αυτός που έχει το ίδιο βάρος: Ισοβαρή σώματα. – Ισοβαρείς πυρήνες. 2. αυτός που έχει την ίδια βαρομετρική πίεση: Ισοβαρείς επιφάνειες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσοβαρῆ — ἰσοβαρής of equal weight neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἰσοβαρής of equal weight masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἰσοβαρής of equal weight masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσοβαρέα — ἰσοβαρής of equal weight neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἰσοβαρής of equal weight masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσοβαρές — ἰσοβαρής of equal weight masc/fem voc sg ἰσοβαρής of equal weight neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσοβαροῦς — ἰσοβαρής of equal weight masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσοβαρῶς — ἰσοβαρής of equal weight adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσοβαρεῖ — ἰσοβαρέω to be of equal weight pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἰσοβαρέω to be of equal weight pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἰσοβαρής of equal weight masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἰσοβαρής of equal weight… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσοβαρεῖς — ἰσοβαρέω to be of equal weight pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ἰσοβαρής of equal weight masc/fem acc pl ἰσοβαρής of equal weight masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Isobara — ► sustantivo femenino METEOROLOGÍA Línea que une en un mapa los puntos de la Tierra cuya presión, reducida al nivel del mar, es la misma en un momento determinado. * * * isobara o isóbara (de «iso » y el gr. «báros», pesadez) f. Meteor. Línea… …   Enciclopedia Universal


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»